Συγκεκριμένα, ο προσδιορισμός του ύψους μείωσης του καταλογιζόμενου ποσού ελέγχεται στην κατ' αναίρεση δίκη, κατ' εξαίρεση, με συνέπεια να εξαφανιστούν οι υπέργκοι τόκοι υπερημερίας που είχαν καταλογιστεί στην εντολέα μας και να μειωθεί κατά ποσοστό 54% περίπου το αρχικώς καταλογισθέν ποσό. Ειδικότερα σύμφωνα με τη 16η σκέψη της απόφασης έγινε δεκτό ότι από τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος συνάγεται ότι η αρχή της αναλογικότητας λαμβάνεται υπόψη για την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου και εφαρμόζεται στους κάθε είδους περιορισμούς που μπορεί να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου, όπως είναι και το δικαίωμα στην περιουσία. Επομένως, ο καταλογισμός εις βάρος των δημοσιονομικώς υπευθύνων για την αναπλήρωση του προκληθέντος στη δημόσια διαχείριση ελλείμματος, ως μέτρο που πλήττει το δικαίωμα στην περιουσία του καταλογιζομένου, δεν συνδέεται αναγκαίως και αρρήκτως με το ύψος του διαπιστωθέντος ελλείμματος (ΕλΣυν Ολ. 1646/2023, 1824/2019, 1929/2018), αλλά υπόκειται στην αρχή της αναλογικότητας, που απαιτεί για την επιβολή του εν λόγω μέτρου να τηρείται μια δίκαιη ισορροπία μεταξύ, αφενός του σκοπού δημοσίου συμφέροντος της αποκατάστασης της δημόσιας διαχείρισης και αφετέρου της προστασίας των περιουσιακών δικαιωμάτων του καταλογιζομένου, ώστε να μην υφίσταται δυσανάλογη και υπερβολική επιβάρυνση (ΕλΣυν Ολ. 1646/2023, 1302, 1015-1019/2022). Η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τον προσδιορισμό του ύψους της μείωσης του καταλογιζόμενου ποσού δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, δοθέντος ότι σχηματίζεται με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, από την εκτίμηση πραγματικών περιστατικών και χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου. Κατ' εξαίρεση, ο προσδιορισμός του ύψους της μείωσης ελέγχεται στην κατ' αναίρεση δίκη για τυχόν παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, μόνο αν κριθεί ότι το δικαστήριο αυτό υπερέβη τα άκρα όρια της διαγραφόμενης από την εν λόγω αρχή εξουσίας του (πρβλ. ΕλΣυν Ολ. 1646/2023, 6, 347/2021, 6/2019, ΑΠ Ολ. 9/2015, 10/2017, ΣτΕ 1481, 3329, 3793/2014, 15/2018).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη 18η σκέψη της απόφασης, το Δικαστήριο έκρινε ότι το δίκασαν Τμήμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου στην κατ' έφεση δίκη, δεν συνεκτίμησε το γεγονός της πολύχρονης αδράνειας της Υπηρεσίας του Ελληνικού Δημοσίου να ασκήσει την απαιτούμενη εκ μέρους της εποπτεία ως προς την υλοποίηση ή μη του χρηματοδοτηθέντος προγράμματος με αποτέλεσμα η εκκαλούσα να επιβαρυνθεί με τόκους, ύψους 197.000 ευρώ περίπου έναντι του ποσού των 170.000 ευρώ της καταβληθείσας χρηματοδότησης. Κατόπιν αυτών, το Δικαστήριο έκρινε ορθώς ότι ο ως άνω λόγος αναίρεσης πρέπει, κατά το σκέλος που αφορά τον καταλογισμό τόκων υπερημερίας επί του κεφαλαίου, να γίνει δεκτός, με συνέπεια να μειωθεί σημαντικά το ποσό που θα πρέπει να καταβληθεί από την εκκαλούσα - εντολέα μας.